ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΝΑΣ ΜΑΣΚΑΡΑΣ

 

Ο βασιληάς Καρνάβαλος, σου λέει. Κι εγώ, σοβαρός άνθρωπος, κοτζάμ αποδυτηριάκιας, να ασχολήθώ με τούτο το καραγκιοζιλίκι, το μασκαριλίκι; Σε παρακαλώ. Καθαρή Δευτέρα αύριο, να τηρήσουμε το έθιμο, σου λένε, να κάψουμε τον βασιληά. Τον άρχοντα της γελοιότητας. Τον Καρνάβαλο. Να τελειώσει και φέτος η παράσταση και να τον ξαναφέρουμε τον μαλάκα τον καρνάβαλο πάλι του χρόνου, στις 28 μέρες των αποκρεών.

Μιλάμε σοβαρά. Ποιος Καραγκιόζης; Η αληθινά τραγική φιγούρα είναι ο βασιληάς Καρνάβαλος. Ο ατέλειωτος μαλάκας από τα γενοφάσκια του είναι ο άνθρωπος που δήθεν γελοιοποιεί και κάνει την πλάκα του και διασκεδάζει με το δραματικό αυτό «πρόσωπο», τον Καρνάβαλο. Είπαμε. Μιλάμε σοβαρά, όχι καρναβαλίστικα.

Τον ξευτυλίζει δήθεν ο άνθρωπος τον Καρνάβαλο και του φοράει στέμμα, το στέμμα του βασιληά της κραιπάλης και της κατάχρησης, οινοποσίας, με φαλλοφορίες και διθυράμβους, ενώ αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα όπως είναι ο ίδιος ο άνθρωπος ξευτυλίζει τον ίδιον του τον εαυτό. Αντί ο αρχιμαλάκας που λέγεται άνθρωπος να γελάει και να ντρέπεται για τα δικά του χάλια, φτιάχνει αυτόν τον σούπερ ρεζίλη τον Καρνάβαλο.
Τον άνθρωπο, όχι κάποιο άλλο πλάσμα πάνω στη γη εκπροσωπεί ο Καρνάβαλος. Δημιούργημα ανθρώπινο είναι. Κι όμως, ο άνθρωπος χωρίς αυτογνωσία, αυτοψία, αυτοκριτική, αυτοέλεγχο, από τα βάθη της μυθολογίας μέχρι σήμερα χωρατεύει με τούτο το …πολιτιστικό και λαογραφικό δρώμενο των αποκρεών. Μαγκιά, ε; Στήνεις έναν βασιληά, όχι έναν γελωτοποιό του βασιληά, τον βασιληά Καρνάβαλο, για να κάνει την πλάκα του. Και από την άλλη στήνεις κι έναν άλλο βασιληά, τον Θεό.

Χαμούρα ο άνθρωπος. Βασιληάς Καρνάβαλος από τη μια και από την άλλη βασιληάς των Ουρανών διότι κι’ αυτόν τον χρειαζόμαστε εμείς οι κοπρίτες οι άνθρωποι. Και ντύνεις όπως γουστάρεις πάνω στο άρμα τον Καρνάβαλο, τον χρωματίζεις και από δίπλα του βάζεις απαραιτήτως μια μουνάρα, βασίλισσα κι αυτή, και καλλονή. Άλλη μαγκιά αυτή. Σα να σου λέει ότι ο άντρας όσο ασχημάντρας και να ’ναι πάντα υπάρχει ένα μανούλι έτοιμο να καψουρευθεί μ’ αυτόν τον Κουασιμόδο. Είπαμε. Ο και γκραν μαλάκας ο άνθρωπος. Το πιο μεγάλο ρεμάλι της αιωνιότητας. Αποδυτηριάκιας μιλάει.
Παραμένει πουστάνθρωπος. Ούτε με το φόβο του θεού γίνεται καλύτερος, ούτε ξεκόβει από τα μασκαριλίκια και καραγκιοζιλίκια που χαρακτηρίζουν την κοινωνική ζωή του μασκαρά, του μασκοφορεμένου ανθρώπου. Υπάρχει άλλο πλάσμα που φοράει μάσκα; Μόνον αυτός, ο άνθρωπος.

Δεν υπάρχει άνθρωπος. Δεν υπήρξε ποτέ. Καρνάβαλος υπάρχει. Και Θεός υπάρχει. Υπάρχει δηλαδή, το δίποδο που είναι ή, Καρνάβαλος ή, Θεός. Άκυρον. Τι, άκυρον; Λέμε για τον μαλάκα τον Καρνάβαλο που βασιλεύει από το καρναβάλι της Πάτρας μέχρι εκείνο του Ρίο ντε Τζανέϊρο και θέλω, δεν θέλω θα πατήσω σε απάτητα χωράφια…

Αυτοί οι μαλάκες οι ποιητές, οι Όμηροι και οι Αισχύλοι, οι Σοφοκλήδες και Ευριπίδηδες έχουν κάνει μεγάλη ζημιά. Μιλάνε σοβαρά. Πάντα. Αυτοί είναι οι υπεύθυνοι και κάποτε θα λογοδοτήσουν για όλες αυτές τις μαλακίες τους στις τραγωδίες τους περί θεϊκών βουλήσεων. Αυτοί οι μαλάκες που στα έργα τους ερμήνευσαν τα ελεεινά και τραγικά παθήματα του πουσταρά του ανθρώπου και θεοποίησαν το σκότος. Ποιος σας είπε, κύριοι ποιητάδες, που δεν θα είσθε στον αιώνα διαχρονικοί, ότι σ’ εσάς άναψε το θείο φως για να δώσετε τις λογικές αιτίες των ανθρώπινων πράξεων;

Σκοτάδι. Δεν υπάρχει σκοτάδι. Υπάρχει μόνο φως. Και όπου υπάρχει φως, εκεί παίζει το σκοτάδι. Άρα; Δεν υπάρχει σκότος. Υπάρχει απουσία φωτός. Και εκεί που δεν βλέπεις, και ό,τι δεν το βλέπεις μου το χαρακτηρίζεις, δηλαδή έτσι σου είπαν να το λες, πως είναι σκοτάδι.
Σε βαράει η αδυναμία να ζήσεις με το σκοτάδι, με το Άγνωστο. Ο γίγαντας ο Σωκράτης είπε ότι ένα κακό υπάρχει, η αμάθεια. Ο αποδυτηριάκιας λέει το άλλο. Το κακό, το μεγαλύτερο κακό είναι η ημιμάθεια. Σοφός, σου λέει, ο Σωκράτης. Και ο αποδυτηριάκιας τι είναι; Πάνσοφος.

Κακό, μίστερ Σωκράτες, πολύ κακό η αμάθεια. Δεν μας είπες ότι το χειρώτερο είναι ότι δεν ησυχάζει ο μαλάκας, δεν συμβιβάζεται, δεν προσαρμόζεται με το Άγνωστο, δηλαδή δεν αποκτά, επιτέλους, συνειδητή παραδοχή ότι ΔΕΝ υπάρχει ΣΚΟΤΑΔΙ. Ότι υπάρχει ΜΟΝΟΝ φως, ότι υπάρχει μόνον ό,τι βλέπει με το ΦΩΣ του και μη διαολίζεται γεμίζοντας με τις φαντασιώσεις του το Σκότος και το Άγνωστο. Βέβαια, ο Σωκράτης τη σώζει την παρτίδα με την άλλη κουβέντα του. Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα. Ένα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα. Σωστό. Αρχίδια καλαβρέζικα είναι όσα ξέρεις, σου λέει. Τίποτα μπροστά στα άλλα που δεν ξέρεις, δηλαδή.

Θα σου πω τι είπε πριν από 400 χρόνια ο Φράνσις Μπαίηκον. Ότι ο αποδυτηριάκιας είναι επιφανειακή φιλοσοφία. Μάλιστα, κύριε. Έτσι με χαρακτήρισε το 1619 ο σερ Φράνσις, ένα πράγματι σπάνιος άνθρωπος, που ήθελε να κατακτήσει τα πάντα με τη γνώση. Άτομο που αξίζει να του αφιερώσω σεντόνι ο σερ Φράνσις Μπαίηκον, επιστήμονας, φιλόσοφος, πολιτικός, στα 23 του κιόλας μέλος της βουλής των λόρδων, που δούλεψε πολύ πάνω στο έργο των Ελλήνων κλασικών.

Και είπε ότι ο αποδυτηριάκιας είναι επιφανειακή φιλοσοφία και ότι η επιφανειακή, η επιδερμική φιλοσοφία στρέφει τον ανθρώπινο νού στην αθεϊα, ενώ η σε βάθος φιλοσοφία σε οδηγεί στη θρησκεία. Σε ποια θρησκεία, σε ρωτάω ακόμα μια φορά, Φράνσις; Σε ποια θρησκεία, σε ποιο θεό στρέφεσαι σερ; Μη μου μιλάς, όταν απευθύνεσαι στον αποδυτηριάκια, έτσι αέρα μπανά, γενικώς και αορίστως ότι τη βρίσκεις με τη θρησκεία.

Κι αυτός, ο Μπαίηκον, αναγνωρίζει ότι υπάρχουν διαφορές, έστω ότι υπάρχουν διάφορες θρησκείες στις φυλές των ανθρώπων, στους λαούς τους. Και η σε βάθος θρησκεία σε στέλνει όχι στην αλήθεια, αλλά στη θρησκεία, η όποια αλλοιώς παίζει εδώ, αλλοιώς εκεί, αλλοιώς τον θέλει τον Θεό ο ένας λαός, αλλοιώς ο άλλος, αλλοιώς πριν χίλια χρόνια, αλλοιώς σήμερα, αλλοιώς αύριο, έτσι τον ντύνουν τον μαλάκα τον Καρνάβαλο στη Βραζιλία, έτσι στην Ινδία, έτσι στην Πάτρα, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος, παντού και πάντα είναι μασκαράς.